Η αναβολή της προσωπικής ευτυχίας με την προσδοκία ότι θα έρθει μια «κατάλληλη στιγμή» στο μέλλον αποτελεί μια συνήθη παγίδα για πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι εγκλωβίζονται στην επιδίωξη επαγγελματικών στόχων και κοινωνικών προσδοκιών. Η συγγραφέας και επιμελήτρια Sheree Joseph, σε πρόσφατη αφήγησή της στη βρετανική εφημερίδα Guardian, αναλύει πώς η διαρκής πίεση για παραγωγικότητα και εκπλήρωση συγκεκριμένων οροσήμων τη δίδαξε να επανεκτιμήσει τη σχέση της με τη χαρά.
Η πίεση των κοινωνικών προσδοκιών
Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η Sheree Joseph βίωνε μια έντονη αίσθηση ότι ο χρόνος της τελείωνε. Η καθημερινότητά της ήταν δομημένη γύρω από την επαγγελματική εξέλιξη, την οικονομική ασφάλεια και την προσπάθεια για δημιουργία οικογένειας, η οποία περιπλεκόταν από την απουσία συντρόφου τα τελευταία έξι χρόνια. Επιπλέον, η ίδια ήρθε αντιμέτωπη με ζητήματα γονιμότητας στις αρχές της δεκαετίας των 30, ενώ η διαδικασία κατάψυξης ωαρίων δεν απέδωσε τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η κατάσταση αυτή επιβαρυνόταν από τις προσδοκίες της συντηρητικής οικογένειάς της με καταγωγή από τον Λίβανο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ευχαρίστηση είχε πάψει να αποτελεί αυτοτελή επιδίωξη. Αντίθετα, η χαρά αντιμετωπιζόταν ως μια μορφή ανταμοιβής που θα ερχόταν μόνο αφού επιτυγχάνονταν όλοι οι προκαθορισμένοι στόχοι. Η Joseph επισημαίνει ότι πρόκειται για ένα ευρύτερο κοινωνικό πρότυπο, το οποίο επιβάλλει στους ανθρώπους να εργάζονται εντατικά, να διατηρούν τη νεότητά τους και να αποταμιεύουν, αφήνοντας την απόλαυση της ζωής σε δεύτερη μοίρα.
Η αλλαγή οπτικής μέσα από μια τυχαία εμπειρία
Η αναθεώρηση της στάσης της ήρθε κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού στην Ιταλία. Όπως περιγράφει, ενώ βρισκόταν σε ένα μπαρ, παρατήρησε πλήθος κόσμου να συγκεντρώνεται στον δρόμο για μια γιορτή. Όταν ρώτησε τον μπάρμαν ποια ήταν η αφορμή για τον εορτασμό, εκείνος της απάντησε πως δεν υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος. Η διαπίστωση αυτή την οδήγησε στο ερώτημα γιατί η ίδια αισθανόταν την ανάγκη να αναζητά πάντα μια δικαιολογία ή μια επιτυχία για να επιτρέψει στον εαυτό της να διασκεδάσει.
Η συγγραφέας συνειδητοποίησε ότι είχε συνηθίσει να αναβάλλει τη ζωή της, ενώ ακόμα και μικρές αγορές ή στιγμές ελεύθερου χρόνου συνοδεύονταν από ενοχές, ειδικά εν μέσω της κρίσης του κόστους ζωής. Η συνεχής παραγωγή ψηφιακού περιεχομένου και η πίεση για διαρκή δραστηριότητα, σύμφωνα με την ίδια, απομακρύνουν τους ανθρώπους από τις βασικές τους ανάγκες για ξεκούραση και ουσιαστική επαφή με το περιβάλλον.
Η έννοια της «ζωντανής ζωής» και ο «καιρός»
Με αφετηρία την εμπειρία της στην Ιταλία, η Joseph άρχισε να υιοθετεί μια διαφορετική προσέγγιση, την οποία ονομάζει «juicy life». Πρόκειται για μια αντίληψη που δίνει έμφαση σε μικρές, καθημερινές απολαύσεις, όπως ένα αυθόρμητο γέλιο, ένα γεύμα με φίλους, η επαφή με τη φύση ή η δημιουργική έκφραση μέσω της τέχνης και του μαγειρέματος.
Στο πλαίσιο αυτής της νέας οπτικής, η συγγραφέας επικαλείται την αρχαία ελληνική διάκριση μεταξύ «χρόνου» και «καιρού»:
- Χρόνος: Ο μετρήσιμος χρόνος, οι προθεσμίες και τα προγράμματα που καθορίζουν την καθημερινότητα.
- Καιρός: Η κατάλληλη στιγμή, η σημασία μιας εμπειρίας και η ουσιαστική βίωσή της.
Η Joseph καταλήγει ότι όταν οι άνθρωποι παύουν να αξιολογούν τη ζωή τους αποκλειστικά μέσω μιας λίστας υποχρεώσεων, μπορούν να αντιληφθούν τη σημασία των στιγμών που συνήθως περνούν απαρατήρητες, αναγνωρίζοντας ότι το νόημα της ζωής δεν χρειάζεται να είναι προδιαγεγραμμένο.