Σημάδια ανάκαμψης παρουσιάζει η χαλυβουργία του Καναδά, καθώς η αυξανόμενη ζήτηση από έργα στους τομείς της ενέργειας, της εξόρυξης, των υποδομών και των κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί νέες προοπτικές για τις εγχώριες επιχειρήσεις. Ο κλάδος, ο οποίος επλήγη σημαντικά από την απόφαση του Αμερικανού προέδρου Donald Trump να αυξήσει τους δασμούς στις εισαγωγές χάλυβα από 25% σε 50% τον Ιούνιο του 2025, βρίσκεται πλέον σε διαδικασία αναπροσαρμογής, επιδιώκοντας τον περιορισμό της εξάρτησης από την αγορά των ΗΠΑ.
Στροφή στην εγχώρια αγορά
Πριν από την επιβολή των δασμών, περίπου το 90% των καναδικών εξαγωγών χάλυβα κατευθυνόταν προς τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με την Ένωση Καναδών Παραγωγών Χάλυβα, οι αποστολές αυτές μειώθηκαν κατά 60% το 2025, γεγονός που οδήγησε σε απώλειες εκατοντάδων θέσεων εργασίας. Στον αντίποδα, το μερίδιο του εγχώρια παραγόμενου χάλυβα στη συνολική κατανάλωση του Καναδά ενισχύθηκε, αυξανόμενο από 41% το 2024 σε 51% το 2025, ενώ το μερίδιο των εισαγωγών υποχώρησε από 59% σε 49%, βάσει στοιχείων του συνδικάτου United Steelworkers.
Η ζήτηση για χάλυβα στον Καναδά εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 2,7% το 2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται επιπλέον άνοδος της τάξεως του 0,9%, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο. Ιδιαίτερη κινητικότητα καταγράφεται στον δυτικό Καναδά, με έργα όπως η κατασκευή κέντρου δεδομένων ισχύος 1,2 GW στο Saskatchewan και ο σχεδιασμός νέου πετρελαιαγωγού προς τις ακτές του Ειρηνικού, πρωτοβουλία την οποία έχει υποστηρίξει ο πρωθυπουργός Mark Carney.
Κρατική παρέμβαση και οικονομικά μέτρα
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει υιοθετήσει σειρά μέτρων για την ενίσχυση της εγχώριας βιομηχανίας, η οποία παράγει περίπου 13 εκατομμύρια τόνους πρωτογενούς χάλυβα ετησίως και αντιμετωπίζει ανταγωνισμό από χώρες με χαμηλότερο κόστος, όπως η Κίνα και η Νότια Κορέα. Τον Μάιο, ανακοινώθηκε πακέτο χρηματοδότησης ύψους 1 δισ. δολαρίων Καναδά (περίπου 700 εκατ. δολάρια ΗΠΑ) μέσω δανείων κεφαλαίου κίνησης προς τις βιομηχανίες χάλυβα, αλουμινίου και χαλκού. Παράλληλα, έχουν παραταθεί οι περιορισμοί στις εισαγωγές ξένου χάλυβα για την αντιμετώπιση πρακτικών ντάμπινγκ, ενώ εφαρμόζεται η στρατηγική «Buy Canadian» για τα δημόσια έργα υποδομών.
Επενδύσεις και αναδιαρθρώσεις στις μεγάλες χαλυβουργίες
Οι επιχειρήσεις του κλάδου ακολουθούν διαφορετικές στρατηγικές. Η εταιρεία Tenaris επένδυσε 306 εκατ. δολάρια Καναδά για την επέκταση της παραγωγής χαλυβδοσωλήνων στο Sault Ste. Marie του Ontario, με στόχο την κάλυψη των αναγκών της εγχώριας βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ο πρόεδρος της Tenaris στον Καναδά, Martín Castro, δήλωσε ότι η κίνηση αυτή περιορίζει την έκθεση στους αμερικανικούς δασμούς.
Αντίθετα, η Algoma, η μεγαλύτερη χαλυβουργία της χώρας, ανακοίνωσε τον Δεκέμβριο περικοπές 1.000 θέσεων εργασίας στο Ontario. Παρά την εξέλιξη αυτή, ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Rajat Marwah, ανέφερε τον Ιούλιο ότι η ζήτηση από τις υποδομές, τις κατασκευές και την αμυντική βιομηχανία στηρίζει τη νέα στρατηγική της εταιρείας. Αβεβαιότητα παραμένει και για τις δραστηριότητες της Cleveland-Cliffs, η οποία εξαγόρασε τη Stelco το 2024 και δρομολογεί περικοπές θέσεων εργασίας στη μονάδα της στο Hamilton. Ο πρωθυπουργός Mark Carney έχει προειδοποιήσει με προσφυγή στη Δικαιοσύνη για το ζήτημα των περικοπών, ενώ αναμένονται τα οικονομικά αποτελέσματα της Cleveland-Cliffs στις 19 Οκτωβρίου για περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με το μέλλον της μονάδας.
Ο Marty Warren, επικεφαλής του καναδικού τμήματος του United Steelworkers, σημείωσε ότι παρά τη βελτίωση, η πλήρης ανάκαμψη του κλάδου απαιτεί περαιτέρω αντικατάσταση των εισαγωγών, ενώ το καναδικό υπουργείο Οικονομικών διατηρεί την επισήμανση ότι η βιομηχανία παραμένει εκτεθειμένη στις διεθνείς πιέσεις.