Το Ινστιτούτο Καταναλωτών (ΙΝΚΑ) αποδίδει το υψηλό κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας σε δομικά προβλήματα της αγοράς εξισορρόπησης, επισημαίνοντας ότι οι καταναλωτές δεν επωφελούνται από τη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Η θέση αυτή βασίζεται σε μελέτη του Δικτύου Ενεργειακής Πολιτικής, με τίτλο «Ανάλυση της ελληνικής αγοράς εξισορρόπησης με 15λεπτη εκκαθάριση της DAM για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2026», η οποία δημοσιεύθηκε στο διεθνές αποθετήριο SSRN.
Η λειτουργία της αγοράς και οι επιβαρύνσεις
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΙΝΚΑ, το πρόβλημα εντοπίζεται στη διαδικασία που ακολουθείται κατά τις μεσημεριανές ώρες. Όταν η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ οδηγεί σε υποχώρηση των τιμών στην αγορά επόμενης ημέρας (DAM), φτάνοντας ενίοτε και σε αρνητικά επίπεδα, ο διαχειριστής του συστήματος προχωρά στη διατήρηση ή την επαναφορά σε λειτουργία θερμικών μονάδων. Η ενέργεια αυτή κρίνεται απαραίτητη για λόγους ασφάλειας και ευστάθειας του ηλεκτρικού συστήματος.
Αυτή η επιχειρησιακή πρακτική έχει ως αποτέλεσμα η ενέργεια που διατίθεται στην αγορά επόμενης ημέρας να επιβαρύνεται με πρόσθετο κόστος μέσω της αγοράς εξισορρόπησης. Το κόστος αυτό μετακυλίεται τελικά στους καταναλωτές, μέσω του Λογαριασμού Προσαυξήσεων ΛΠ3.
Οι επιπτώσεις σε παραγωγούς και καταναλωτές
Το ΙΝΚΑ υπογραμμίζει ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δημιουργεί αρνητικές συνέπειες για διαφορετικές πλευρές της αγοράς:
- Παραγωγοί ΑΠΕ: Αντιμετωπίζουν απώλειες εξαιτίας των περικοπών στην παραγωγή τους, καθώς δεν αποζημιώνονται για την ενέργεια που δεν εγχέεται στο ηλεκτρικό σύστημα.
- Νοικοκυριά και επιχειρήσεις: Επιβαρύνονται οικονομικά από την αύξηση των χρεώσεων στον Λογαριασμό Προσαυξήσεων ΛΠ3.
- Μονάδες φυσικού αερίου: Διατηρούν σταθερή θέση στο ενεργειακό μείγμα, αξιοποιώντας την ευελιξία που προσφέρουν.
Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της μελέτης, το ζήτημα συνδέεται άμεσα με τον σχεδιασμό της χονδρεμπορικής αγοράς και τον τρόπο με τον οποίο η αγορά επόμενης ημέρας αλληλεπιδρά με τους τεχνικούς περιορισμούς που θέτει η αγορά εξισορρόπησης.