Επενδυτική ευκαιρία χαρακτηρίζει τη μετοχή της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ο οίκος Santander, διατηρώντας τη σύσταση «outperform» και θέτοντας την τιμή-στόχο στα 62 ευρώ. Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η πρόσφατη νευρικότητα που παρατηρείται στην αγορά ομολόγων δεν μεταβάλλει το επενδυτικό προφίλ του Ομίλου, καθώς οι ισχυρές επιδόσεις των αυτοκινητοδρόμων που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο παραχωρήσεων της εταιρείας επιβεβαιώνουν τη θετική πορεία των μεγεθών της.
Η στρατηγική επιλογή για τα ομόλογα
Η απόφαση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ να μην προχωρήσει στην έκδοση ευρωομολόγου —κίνηση για την οποία διατηρεί χρονικό περιθώριο δώδεκα μηνών— ερμηνεύεται από τη Santander ως ένδειξη ισχύος και στρατηγική προστασίας των μετόχων. Ο οίκος επισημαίνει ότι η εταιρεία διαθέτει άφθονη ρευστότητα σε επίπεδο μητρικής, γεγονός που καθιστά την έκδοση ομολόγου μη αναγκαία. Η πρόσφατη απόπειρα του Ομίλου να απευθυνθεί στην αγορά εταιρικών ομολόγων χαρακτηρίζεται ως ευκαιριακή (opportunistic) και όχι ως κίνηση που υπαγορεύτηκε από ανάγκες αναχρηματοδότησης.
Δομή χρέους και ρευστότητα
Τα στοιχεία της ανάλυσης δείχνουν ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ διαθέτει ισχυρή χρηματοοικονομική θέση. Συγκεκριμένα, τα προσαρμοσμένα (pro forma) μεικτά ταμειακά διαθέσιμα με δικαίωμα αναγωγής ανέρχονταν σε περίπου 1,9 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ποσό που αντιστοιχεί σε σχεδόν τέσσερις φορές το κεφάλαιο του ομολόγου ύψους 500 εκατ. ευρώ που λήγει τον Ιούλιο του 2027. Ο δανεισμός με δικαίωμα αναγωγής του Ομίλου είναι περιορισμένος και οι λήξεις του είναι κατανεμημένες ομαλά στην περίοδο 2027–2032.
Παράλληλα, ο Όμιλος εμφανίζεται θωρακισμένος απέναντι στις επιτοκιακές μεταβολές, καθώς το 93% του συνολικού χρέους φέρει σταθερό επιτόκιο. Το σταθμισμένο μέσο κόστος δανεισμού της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ διαμορφωνόταν στο 3,8% στις 30 Ιουνίου 2026, ποσοστό που κατατάσσεται στα χαμηλότερα μεταξύ των ευρωπαϊκών εταιρειών υποδομών μεταφορών που παρακολουθεί η Santander. Ειδικότερα, το κόστος του δανεισμού με δικαίωμα αναγωγής περιοριζόταν στο 2,5%. Επιπλέον, το 77% του μεικτού χρέους του Ομίλου αφορά δανεισμό χωρίς δικαίωμα αναγωγής (non-recourse), με σταθερό κόστος καθ’ όλη τη διάρκεια των υποκείμενων παραχωρήσεων, οι οποίες επωφελούνται από πλήρη αναπροσαρμογή βάσει του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.