Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις που προέβλεπαν 10ετή και 20ετή παραγραφή για το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει φορολογικές επιβαρύνσεις σε περιπτώσεις φοροδιαφυγής. Με την υπ’ αριθμ. 1246/2026 απόφασή του, το ανώτατο δικαστήριο ορίζει πλέον ως γενικό κανόνα την 5ετή παραγραφή για τις συγκεκριμένες υποθέσεις.
Το σκεπτικό της απόφασης
Η απόφαση ελήφθη από την επταμελή σύνθεση του Β’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, υπό την προεδρία του αντιπροέδρου Κωνσταντίνου Κουσούλη και με εισηγήτρια τη σύμβουλο Επικρατείας Μαρία Σταματοπούλου. Οι δικαστές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι παρατάσεις του χρόνου παραγραφής που είχαν θεσπιστεί δεν συνάδουν με το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο προέβη στις εξής διαπιστώσεις:
- Αντίθεση στην αρχή της αναλογικότητας: Κρίθηκε ότι η πρόβλεψη 20ετούς παραγραφής, η οποία περιλαμβανόταν στο άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 4174/2013, παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.
- Παραβίαση του Συντάγματος για τη 10ετία: Η μεταβατική διάταξη του άρθρου 66 παρ. 27α εδ. β΄ του ν. 4646/2019, που θέσπισε τη 10ετή παραγραφή, κρίθηκε αντίθετη με το άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος. Η κρίση αυτή βασίστηκε στο γεγονός ότι η διάταξη κατελάμβανε φορολογικό έτος (το 2013) που ήταν προγενέστερο του προηγούμενου έτους από τη δημοσίευση του νόμου.
Οι συνέπειες για το φορολογικό πλαίσιο
Μετά την ακύρωση των εν λόγω διατάξεων από το ΣτΕ, το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλλει πρόσθετες φορολογικές επιβαρύνσεις περιορίζεται πλέον στο χρονικό όριο της 5ετίας. Η απόφαση αυτή επιφέρει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο το Δημόσιο θα ασκεί το ελεγκτικό του έργο για υποθέσεις φοροδιαφυγής, καθώς θέτει ένα αυστηρό χρονικό όριο πέραν του οποίου οι αξιώσεις του κράτους για επιβολή φόρων και προστίμων δεν θα είναι πλέον νομικά ισχυρές.