Την έντονη αντίθεσή του στην προοπτική επιβολής νέας αύξησης του τέλους παρεπιδημούντων στο 1% εκφράζει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ). Ο φορέας του τουριστικού κλάδου υπογραμμίζει πως μια τέτοια κίνηση θα λειτουργήσει επιβαρυντικά για το τουριστικό προϊόν της χώρας, πλήττοντας άμεσα την ανταγωνιστικότητα του ελληνικού τουρισμού σε μια κρίσιμη περίοδο για την εθνική οικονομία.
Οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα
Σύμφωνα με τις θέσεις που διατυπώνει ο ΣΕΤΕ, η επιπλέον οικονομική επιβάρυνση που συνεπάγεται η αύξηση του τέλους κρίνεται ως αδικαιολόγητη. Ο Σύνδεσμος επισημαίνει ότι η τουριστική δραστηριότητα επιβαρύνεται ήδη από ένα ευρύ πλέγμα φόρων και τελών, γεγονός που καθιστά το ελληνικό τουριστικό «πακέτο» λιγότερο ελκυστικό σε σύγκριση με τους ανταγωνιστικούς προορισμούς της Μεσογείου. Η αύξηση στο 1% θεωρείται από τους εκπροσώπους του κλάδου ως ένα μέτρο που δεν λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες της αγοράς και τις διεθνείς πιέσεις που δέχονται οι τουριστικές επιχειρήσεις.
Οι τουριστικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, καλούνται να διαχειριστούν αυξημένα λειτουργικά κόστη. Η προσθήκη ενός νέου οικονομικού βάρους, όπως αυτό του τέλους παρεπιδημούντων, εκτιμάται πως θα μετακυλιστεί στο τελικό κόστος των υπηρεσιών, επηρεάζοντας τελικά την τελική τιμή που καλείται να καταβάλει ο επισκέπτης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη ροή των αφίξεων.
Πρόταση για ορθολογική διαχείριση πόρων
Αντί για την επιβολή νέων φορολογικών επιβαρύνσεων, ο ΣΕΤΕ προτείνει μια διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την ενίσχυση των εσόδων της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο Σύνδεσμος υποστηρίζει ότι η λύση δεν βρίσκεται στην αύξηση των υφιστάμενων τελών, αλλά στην αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των πόρων που ήδη συγκεντρώνονται από τους δήμους. Σύμφωνα με τον ΣΕΤΕ, η βελτίωση της διαχείρισης των υπαρχόντων κονδυλίων μπορεί να αποφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα για τις τοπικές κοινωνίες χωρίς να απαιτείται η επιβολή νέων βαρών στις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, ο ΣΕΤΕ καλεί την πολιτεία να εξετάσει εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης για τους δήμους. Η αναζήτηση νέων εργαλείων και μεθόδων για τη στήριξη των αυτοδιοικητικών αρχών πρέπει να γίνει με τρόπο που να μην πλήττει τον τουριστικό κλάδο, ο οποίος αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες ανάπτυξης της χώρας. Η πρόταση αυτή έρχεται ως απάντηση στην ανάγκη των δήμων για ενίσχυση των εσόδων τους, με τον Σύνδεσμο να τονίζει ότι η τουριστική βιομηχανία δεν μπορεί να αποτελεί την εύκολη λύση για την κάλυψη δημοσιονομικών κενών.
Επόμενα βήματα και στάση του κλάδου
Η στάση του ΣΕΤΕ παραμένει σταθερή απέναντι στα σενάρια αύξησης του συγκεκριμένου τέλους. Ο Σύνδεσμος ζητά διάλογο και ουσιαστική διαβούλευση, προειδοποιώντας ότι οποιαδήποτε απόφαση προς την κατεύθυνση της αύξησης θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στη συνολική εικόνα του ελληνικού τουρισμού. Οι εκπρόσωποι των τουριστικών επιχειρήσεων τονίζουν πως ο κλάδος έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά του, ωστόσο η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας απαιτεί σταθερότητα και ορθολογικό φορολογικό πλαίσιο.
Η συζήτηση για το τέλος παρεπιδημούντων αναμένεται να συνεχιστεί, με τον τουριστικό κόσμο να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, επιμένοντας στην ανάγκη προστασίας της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων και της διατήρησης του υψηλού επιπέδου υπηρεσιών που προσφέρει η χώρα στους επισκέπτες της.