Περισσότερες από 100 ευρωπαϊκές ενεργειακές επιχειρήσεις προειδοποιούν για σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, ως αποτέλεσμα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης της ευρωπαϊκής αγοράς άνθρακα. Οι εταιρείες εκφράζουν ανησυχίες για το ενδεχόμενο διακοπής της παραγωγής και μεταφοράς των δραστηριοτήτων τους εκτός Ευρώπης, υποστηρίζοντας ότι οι αλλαγές προωθούνται προτού οι βιομηχανίες αποκτήσουν τα απαραίτητα εργαλεία για τη μείωση των εκπομπών τους.
Η μεταρρύθμιση του ETS και οι αντιδράσεις των βιομηχανιών
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τον περασμένο Ιούλιο προτάσεις για την αναμόρφωση του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS), το οποίο αποτελεί το κεντρικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προγραμματίζει τη διεξαγωγή ψηφοφορίας επί της μεταρρύθμισης τον Δεκέμβριο.
Σε κοινή επιστολή τους προς τις ευρωπαϊκές αρχές, κορυφαίοι βιομηχανικοί όμιλοι τονίζουν ότι ο κλάδος αντιμετωπίζει ήδη προκλήσεις, όπως οι υψηλές τιμές ενέργειας, ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός και ένα δυσμενές επενδυτικό περιβάλλον. Μεταξύ των επιχειρήσεων που συνυπογράφουν την παρέμβαση περιλαμβάνονται οι Covestro, Evonik, Wacker Chemie, Voestalpine, καθώς και η χαλυβουργική δραστηριότητα της Thyssenkrupp.
Τα αιτήματα των επιχειρήσεων
Οι βιομηχανίες ζητούν τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα εγγυάται ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας, την ανάπτυξη επαρκών υποδομών, καθώς και την ενίσχυση της ζήτησης για προϊόντα με χαμηλό ανθρακικό αποτύπωμα. Οι επιχειρήσεις προειδοποιούν ότι, εάν οι αλλαγές στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών εφαρμοστούν χωρίς τις αναγκαίες προσαρμογές, το αυξημένο κόστος θα καταστήσει μη βιώσιμη τη διατήρηση των εργοστασίων τους στην Ευρώπη.
Σύμφωνα με τις θέσεις των υπογραφόντων, η μεταρρύθμιση, στη μορφή που έχει προταθεί, ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει περαιτέρω διακοπές στη βιομηχανική παραγωγή και να ωθήσει τις εταιρείες στη μεταφορά των δραστηριοτήτων τους σε χώρες εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων.